Η ώρα της αυλαίας έφτασε για μια από τις πιο επιτυχημένες σειρές της σεζόν. Το τελευταίο, καθηλωτικό επεισόδιο για «Το Σπίτι Δίπλα στο Ποτάμι» αναμένεται να γράψει τηλεοπτική ιστορία, χαρίζοντας στους τηλεθεατές σκηνές βγαλμένες κυριολεκτικά από αρχαία τραγωδία.
Μια σοκαριστική εξαφάνιση θα βάλει φωτιά στις ζωές των πρωταγωνιστών, φέρνοντας τα πάνω κάτω. Τα ψέματα, τα ένοχα μυστικά και οι παρανομίες μηνών οδηγούν τον γάμο της Μαγδαληνής και του Οδυσσέα στην απόλυτη, μη αναστρέψιμη κατάρρευση.
Ένα βράδυ, η Μαγδαληνή παίρνει τη μεγάλη απόφαση να μαζέψει τα παιδιά της και να επιστρέψει στη θεία της. Ο Οδυσσέας την ικετεύει να του αφήσει τον γιο τους, έστω για μία μόνο νύχτα. Εκείνη δέχεται, αγνοώντας πως η απόφασή της αυτή θα σταθεί η αφορμή για το πιο τραγικό χτύπημα της μοίρας.
Το φονικό δέμα, η έκρηξη και το ουρλιαχτό της Μαγδαληνής
Την ίδια ώρα που η οικογένεια διαλύεται, ένα “ύποπτο” δέμα φτάνει στο σπίτι. Φαίνεται να είναι δώρο από τον βουλευτή Βλαστάρη, κρύβει όμως τον θάνατο.
Το επόμενο βράδυ, ο Ιάκωβος, ο Μάρκος και ο Οδυσσέας γιορτάζουν με ενθουσιασμό την επιτυχία της τελευταίας τους δουλειάς, κάνοντας μεγάλα όνειρα για ένα μέλλον καθαρό, μακριά από τον σκοτεινό κόσμο της νύχτας.
Η χαρά τους, όμως, θα “παγώσει” οριστικά. Ο Μάρκος πάει να ανοίξει το δέμα του Βλαστάρη, ακριβώς τη στιγμή που ο Ιάκωβος μαθαίνει από τον ίδιο τον βουλευτή πως… δεν τους έστειλε ποτέ τίποτα! Η συνειδητοποίηση έρχεται αργά. Ο ήχος της βόμβας που σκάει είναι εκκωφαντικός, ισοπεδώνοντας τα πάντα! Η Μαγδαληνή, που βρίσκεται έξω από το σπίτι, γίνεται μάρτυρας της απόλυτης φρίκης και ουρλιάζει σπαρακτικά για το παιδί της που βρίσκεται μέσα στις φλόγες.
Η μεγάλη επιστροφή στο πατρικό: Δύο μήνες μετά
Δύο μήνες μετά το αιματηρό και τραγικό αυτό γεγονός, ο χρόνος δείχνει να αλλάζει πορεία. Οι πέντε αδελφές παίρνουν τον δρόμο της μεγάλης επιστροφής.
Γυρίζουν στο σπίτι δίπλα στο ποτάμι, στον τόπο απ’ όπου ξεκίνησαν όλα, κουβαλώντας μέσα τους όλα όσα έχασαν βίαια, αλλά και όσα άντεξαν. Πρώτη φτάνει η Μελισσάνθη. Η μητέρα της, η Θεοδώρα, τρελαίνεται από τη χαρά της και τρέχει να την αγκαλιάσει. Η Μελισσάνθη εξιστορεί με κάθε ανατριχιαστική λεπτομέρεια όσα έζησαν. Η Θεοδώρα, “καιγόμενη” εσωτερικά για το κακό που βρήκε το παιδί της, της λέει τα πιο λυτρωτικά λόγια: «Έχεις τρεις άνδρες στον ουρανό να σ’ αγαπάνε και μία γυναίκα στη Γη. Πήγαινε, παιδί μου, να ξεκουραστείς».
Ο χρόνος, πλέον, κυλάει… σαν το ποτάμι. Γύρω από το πατρικό σπίτι, μέσα στη φύση και την ηρεμία του τόπου, οι γυναίκες της οικογένειας βρίσκουν σιγά-σιγά τα πατήματά τους. Υφαίνουν ξανά τους ισχυρούς δεσμούς τους, στηρίζοντας η μία την άλλη. Το ποτάμι συνεχίζει να κυλά, παίρνοντας μαζί του τον πόνο και αφήνοντας, επιτέλους, χώρο για τη ζωή.


















