Φινάλε για την «Ηλέκτρα» μετά από τρεις σεζόν, και το τελευταιό επεισόιδιο της σειράς δεν αφήνει περιθώριο για χαμόγελα. Ο Παύλος πεθαίνει και η σκηνή του αποχαιρετισμού του με την Ηλέκτρα, χτισμένη γύρω από ένα κοχύλι και μια υπόσχεση που υπερβαίνει τον χρόνο, ετοιμάζεται να γίνει η πιο συζητημένη στιγμή ολόκληρης της τηλεοπτικής χρονιάς.
«Αν, κάποτε, ακούσεις τη θάλασσα μέσα σ’ αυτό το κοχύλι, θ’ ακούσεις κι εμάς. Εκεί μέσα είμαστε. Για πάντα», της λέει — και η ατάκα αυτή λειτουργεί σαν κλειδί που ξεκλειδώνει όλη την εικόνα του φινάλε. Δύο σώματα που κολυμπούν παράλληλα κάτω από έναν δυνατό ήλιο, μια αγκαλιά στη μέση του πελάγους, και η φράση «σε μια άλλη ζωή, ένα άλλο σύμπαν, εκεί που ούτε χρόνος υπάρχει, ούτε χώρος, θα ξανασυναντηθούμε» να σφραγίζει την έξοδο του χαρακτήρα.

Από τη βάφτιση του Στέργιου στον αποχωρισμό
Η αφήγηση γυρίζει στον Σεπτέμβρη του 1979. Όλη η Αρσινόη είναι στο πόδι για τη βάφτιση του μικρού Στέργιου — μια γιορτή που γίνεται καμβάς για να ξετυλιχθούν παράλληλα οι πιο βαθιές πληγές του φινάλε. Ο Νικόλας εμφανίζεται σε ένα ψυχρό δωμάτιο, να συναντά τον πατέρα του, την Τιτίκα και την Αγνή του, ρωτώντας ξανά και ξανά «πότε θα φύγουμε» — και να μένει μόνος, να μιλά με τους ίσκιους όσοι αγάπησε.
Στο κέντρο της γιορτής, μέσα στο ζεστό λευκό φως, τσουγκρίσματα, ευχές και η ορχήστρα που ξεκινά. Χέρια μπλέκονται, μάτια δακρύζουν, και το βλέμμα της Ηλέκτρας ταραγμένο. Η ατάκα «κάποιες αγάπες δεν τελειώνουν, σωπαίνουν» πέφτει εκεί ακριβώς που χρειάζεται. Ο Παύλος εμφανίζεται ασάλευτος, με το κοχύλι στο χέρι. Η Ηλέκτρα μετεωρίζεται στο κενό — στην άκρη του γκρεμού, στη μέση του πελάγους, στην Αρσινόη.
Γιατί αυτό το φινάλε διαφέρει
Αυτό που κάνει το συγκεκριμένο τέλος ξεχωριστό δεν είναι ο θάνατος ενός κεντρικού χαρακτήρα — άλλωστε η ελληνική δραματική σειρά έχει συνηθίσει το κοινό σε φορτισμένες εξόδους. Είναι η επιλογή των δημιουργών να μην κλείσουν με κραυγή αλλά με ψίθυρο: ένα κοχύλι, μια θάλασσα, μια υπόσχεση να ξανασυναντηθούν εκεί που δεν μετριέται ο χρόνος. Σε μια σεζόν γεμάτη φωνές, η «Ηλέκτρα» επιλέγει τη σιωπή — και πιθανότατα γι’ αυτό θα μείνει.


















