Η «Γη της Ελιάς» φτάνει σε ένα από τα πιο δραματικά σημεία της σειράς: η Χριστιάνα κατεβάζει αντίο στον αδελφό της, κρύβεται στα βράχια και νομίζει ότι ξέφυγε — μέχρις ότου ο Μανώλης αποφασίζει ότι αρκεί πια.
Χειροπέδες και ομηρεία
Η αστυνομία φτάνει στην πόρτα των Ρουσσάκηδων για να συλλάβει τη Χριστιάνα, αλλά εκείνη αντιδρά αστραπιαία, αρπάζει την ίδια τη μητέρα της ως ομήρα, βγάζει όπλο και εξαναγκάζει όλους να υποχωρήσουν. Η Αλεξάνδρα προσπαθεί να τη συγκρατήσει, αλλά η Χριστιάνα της ξεστομίζει ό,τι κράταγε καιρό: «Δεν είμαι παιδί σου. Μόνο τον Σήφη είχα πατέρα».
Έτσι αρχίζει μια ολονύκτια ομηρεία στην παραλία. Στα ξημερώματα ένα ταχύπλοο που συνδέεται με την ιταλική μαφία παίρνει τη Χριστιάνα, αφήνοντας πίσω μόνο την Αλεξάνδρα και την ηχώ ενός πυροβολισμού. Η Αλεξάνδρα, πεπεισμένη ότι η κόρη της είναι νεκρή, ενημερώνει άμεσα την αστυνομία. Ειδική μονάδα σαρώνει τη θάλασσα χωρίς αποτέλεσμα.

Ο Μανώλης τερματίζει το παιχνίδι
Λίγες μέρες αργότερα η Χριστιάνα αναδύεται κολυμπώντας στο ίδιο σημείο. Ο πυροβολισμός που είχε τρομάξει την Αλεξάνδρα ήταν δικός της — είχε σκοτώσει τον Ιταλό της μαφίας και βούτηξε στη θάλασσα. Στη στεριά την περίμεναν ρούχα και περούκες κρυμμένα σε σπηλιά για να αλλάξει ταυτότητα και να εξαφανιστεί οριστικά.
Ό,τι δεν είχε υπολογίσει ήταν ο Μανώλης. Ο αδελφός της βρίσκει την κρυψώνα πριν εκείνη προλάβει να δράσει και καλεί αμέσως την αστυνομία. «Έλα, τελείωσαν όλα! Καλύτερα να παραδοθείς, μην κάνεις καμία βλακεία πάλι», της λέει. Η Χριστιάνα συλλαμβάνεται και οδηγείται δεμένη με χειροπέδες.
Το γεγονός ότι είναι ο ίδιος ο Μανώλης που κλείνει τον κύκλο δίνει στη σκηνή βάρος πέρα από ένα απλό αστυνομικό φινάλε — η οικογενειακή προδοσία εδώ γίνεται πράξη ευθύνης. Τώρα το ερώτημα δεν είναι πού θα βρεθεί η Χριστιάνα, αλλά τι θα απομείνει από την οικογένεια αφού κλείσει πίσω της η πόρτα της φυλακής.

















