Η φωτιά που σιγοκαίει τόσο καιρό στο Να Μ’ Αγαπάς επιτέλους εκρήγνυται.
Η Φωτεινή φτάνει στο πιο σκοτεινό της σημείο και κάνει το αδιανόητο.
Ο Ορφέας απαντά με τρόπο που δεν αφήνει περιθώρια επιστροφής.
Η Φωτεινή οπλίζει
Θολωμένη από φόβο και απελπισία, η Φωτεινή τραβά όπλο στον Ορφέα.
Η στιγμή μοιάζει να κρατά αιώνες μέχρι να ακουστεί ο πυροβολισμός.
Κι όμως, ο Ορφέας δεν λυγίζει. Αντίθετα, παγώνει και παίρνει την πιο σκληρή απόφαση της ζωής του.
Πιστεύοντας πως εκείνη και ο δίδυμος αδελφός της στήνουν παγίδες για τα χρήματα της οικογένειας, τη καταδίδει στην αστυνομία χωρίς δεύτερη σκέψη.
Την αφήνει να οδηγηθεί στη φυλακή ενώ εκείνη τον παρακαλά να ακούσει έστω μια λέξη.
Τα τείχη ανάμεσά τους υψώνονται πια για πάντα.
Η προδοσία Θεόφιλου
Την ίδια ώρα, ο Ορφέας μαθαίνει ότι ο πατέρας του, ο Θεόφιλος, είναι υγιής εδώ και δύο χρόνια.
Η αρρώστια του ήταν ψέμα. Μία στημένη ιστορία για να τον κρατάει δέσμιο μέσα στο σπίτι.
Ο Ορφέας καταρρέει. Μαζεύει τα πράγματά του και φεύγει οριστικά.
Και τότε έρχεται το επόμενο χτύπημα.
Το ξέσπασμα της Άννας
Η Άννα μαθαίνει πως η Σοφία δεν είναι η βιολογική της μητέρα.
Το έδαφος φεύγει κάτω από τα πόδια της.
Σε κατάσταση αμόκ, τραυματίζει ελαφρά τη Σοφία και κατευθύνεται στην εταιρεία αποφασισμένη να μάθει την αλήθεια.
Με ένα μαχαίρι στο λαιμό του Θεόφιλου, ουρλιάζει για τα ψέματα που της έκρυβαν μια ζωή.
«Πες μου ποιοι είναι οι γονείς μου!»
Η σκηνή κόβει την ανάσα και όλα μοιάζουν έτοιμα να τελειώσουν με αίμα.
Ο Ορφέας επεμβαίνει την τελευταία στιγμή και της παίρνει το μαχαίρι.
Για πρώτη φορά, τα δύο μεγαλύτερα θύματα της ιστορίας στέκονται αντικριστά στην αλήθεια.
Η Άννα τον κατηγορεί πως ήξερε και σιώπησε. Ο Ορφέας, συντετριμμένος, της ζητά συγγνώμη και της αποκαλύπτει πως κι εκείνος ήταν απλώς ένα πιόνι.
Η λύτρωση είναι ακόμα μακριά.
Αλλά για πρώτη φορά, φαίνεται να υπάρχει δρόμος.
