Θλίψη στον χώρο του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου: πέθανε την Τρίτη 30 Ιουνίου 2026 ο Μιχάλης Μόσιος σε ηλικία 79 ετών. Ο αγαπημένος ηθοποιός, γνωστός σε γενιές θεατών ως ο θρυλικός «Ταμτάκος», αποχαιρετήθηκε δημόσια πρώτα από τον ίδιο τον γιο του, με μια συγκινητική ανάρτηση στα social media.
Το αντίο του γιου του: «Ο μεγαλύτερός μου εφιάλτης έγινε πραγματικότητα»
Ο γιος του ηθοποιού ανακοίνωσε την είδηση με ένα κείμενο βαρύ, γεμάτο πόνο και ευγνωμοσύνη. «Δεν το πιστεύω ότι γράφω αυτό το κείμενο, όμως με τεράστιο πόνο οφείλω να ανακοινώσω πως ο μπαμπάς μου, Μιχάλης Μόσιος, δυστυχώς έφυγε. Ο μεγαλύτερός μου εφιάλτης έγινε πραγματικότητα», έγραψε.
Στην ίδια ανάρτηση, ευχαρίστησε τον πατέρα του γι’ αυτά που του άφησε ως παρακαταθήκη: «Ήσουν ο πιο τίμιος άνθρωπος που έχω γνωρίσει, και σε ευχαριστώ που μου έδωσες τις ευαισθησίες σου, το ήθος σου, και μου έμαθες να είμαι τίμιος και αξιοπρεπής». Αναφέρθηκε επίσης στον αδερφό του πατέρα του, Στάθη, με τον οποίο μοιράστηκαν τα δύσκολα χρόνια πριν τη σκηνή, ενώ έκλεισε με στίχους από ένα δικό του τραγούδι: «Δεν ξέρω πώς θα το αντέξω, άμα σε χάσω μπαμπά. Θ’ αφήσω τα κλειδιά μου απ’ έξω. Μήπως και μπεις ξανά. Αντίο πατέρα μου».
Ο «Ταμτάκος» που αγαπήθηκε από γενιές θεατών
Ο Μιχάλης Μόσιος γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 10 Μαρτίου 1947, με καταγωγή από τη Στενήμαχο Ημαθίας. Έγινε μία από τις πρώτες παρουσίες Ρομά στην ελληνική τηλεόραση και έμεινε στη μνήμη του κοινού τόσο για τα καρό σακάκια και την τραγιάσκα του, όσο και για τη χαρακτηριστική του προφορά. Δημιούργησε στο θέατρο τον χαρακτήρα του γύφτου «Ταμτάκου», έναν ρόλο που τον καθιέρωσε και τον μετέφερε αργότερα στη μεγάλη οθόνη.
Ξεκίνησε την κινηματογραφική του πορεία το 1972 με την ταινία «Αν ήμουν πλούσιος» σε σκηνοθεσία Στέλιου Τατασόπουλου. Έπαιξε σε πάνω από πέντε τηλεοπτικές σειρές της ΕΡΤ και της ΥΕΝΕΔ, πρωταγωνίστησε σε εννέα ελληνικές κινηματογραφικές ταινίες, ενώ δεκατρία ακόμη έργα του κυκλοφόρησαν σε βιντεοκασέτες. Τα πρώτα του θεατρικά βήματα έγιναν στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, με συμμετοχές την περίοδο 1969-1972 σε παραστάσεις όπως «Πλούτος» και «Βάτραχοι» του Αριστοφάνη, «Αγαμέμνων» του Αισχύλου, «Αντιγόνη» του Σοφοκλή, «Μάκβεθ» και «Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας» του Σαίξπηρ.
Στην Αθήνα συνεργάστηκε με μερικά από τα πιο αναγνωρίσιμα ονόματα της εποχής του: εμφανίστηκε δίπλα στον Δημήτρη Χορν στον «Ριχάρδο Γ’» στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιώς το 1972, ενώ την περίοδο 1973-1974 πήρε μέρος στην περιοδεία του «Σεΐχη της Καβάλας» με τη Ρένα Βλαχοπούλου — μια συνεργασία που συνεχίστηκε τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης.
Ο αυθόρμητος και σατιρικός «Ταμτάκος» δεν ήταν απλώς ένας ρόλος. Ήταν το εργαλείο με το οποίο ένα ορφανό, φτωχό παιδί από τη Στενήμαχο κατάφερε, όπως το έθεσε και ο γιος του, να μοιράσει γέλιο σε γενιές Ελλήνων και να κερδίσει την αγάπη του κόσμου.














