Ο «Άγιος Έρωτας» δεν είναι μια σειρά που χαρίζεται στους ήρωές της και η επόμενη εβδομάδα το αποδεικνύει με τον πιο σκληρό τρόπο. Η Άννα, σε μια στιγμή απόλυτης ειλικρίνειας, ανοίγει την καρδιά της στον πατέρα Νικόλαο, παραδεχόμενη τον έρωτά της για την Ελένη. Στην επαρχιακή κοινωνία της Στέρνας, μια τέτοια παραδοχή δεν είναι απλώς μια εξομολόγηση, είναι μια βόμβα στα θεμέλια της ηθικής τάξης. Η στάση του παπα-Νικόλαου, που την ωθεί σε μια οδυνηρή απόφαση, δείχνει το τεράστιο βάρος που κουβαλούν αυτοί οι άνθρωποι.
Η τραγωδία κορυφώνεται όταν η Ελένη, απελπισμένη, προτείνει τη φυγή ως μοναδική λύση σωτηρίας. Το “όχι” της Άννας είναι το σημείο μηδέν. Στην Ελλάδα της εποχής εκείνης, η άρνηση της φυγής δεν είναι έλλειψη αγάπης, αλλά ο φόβος μιας κοινωνικής καταδίκης που φαντάζει χειρότερη από τον θάνατο. Η Ελένη μένει μόνη, συντετριμμένη, και η μόνη της καταφυγή είναι πάλι ο πατήρ Νικόλαος, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο συναισθημάτων που καθηλώνει.
Η σκοτεινή πλευρά του Πέτρου και το σαμποτάζ του Παύλου
Την ίδια ώρα, ο γάμος της Χλόης και του Πέτρου εισέρχεται σε μια σκοτεινή φάση που θυμίζει θρίλερ. Ο Πέτρος, τυφλωμένος από τη ζήλεια μετά το τετ-α-τετ της γυναίκας του με τον πατέρα Νικόλαο, προσπαθεί να επιβληθεί με τον πιο ταπεινωτικό τρόπο. Η απαίτησή του για “συζυγική επαφή” δεν είναι πράξη αγάπης, αλλά μια προσπάθεια ιδιοκτησίας. Η αντίδραση της Χλόης είναι η πρώτη μεγάλη ρωγμή σε έναν γάμο που ξεκίνησε με τους χειρότερους οιωνούς και πλέον οδηγείται σε αδιέξοδο.
Ο Παύλος, από την άλλη, συνεχίζει να υφαίνει τον ιστό του, προσποιούμενος τον μετανοημένο. Όμως ο πατέρας Νικόλαος δεν είναι εύκολο θύμα. Η άρνησή του να δώσει συγχώρεση αν ο Παύλος δεν παραδοθεί στη χωροφυλακή, είναι η ηθική νίκη που περίμενε το κοινό. Το σαμποτάζ στο μαγαζί της Θάλειας και η εξαφάνιση της Αγγέλας με το όπλο, δημιουργούν ένα σκηνικό τρόμου. Η Στέρνα ετοιμάζεται για μια νύχτα που κανείς δεν θα βγει αλώβητος, ενώ οι δικαιώσεις του Χάρη και της Χριστίνας μοιάζουν με μικρές αχτίδες φωτός σε έναν ορίζοντα που μαυρίζει επικίνδυνα.
