Το «Το Σπίτι Δίπλα στο Ποτάμι» βαδίζει στο φινάλε του και ο Άγγελος γράφει το πιο τραγικό τέλος που μπορούσε να γραφτεί. Απορριπτόμενος από τη Μελισσάνθη, ντύνεται γαμπρός, μπαίνει στο αυτοκίνητό του και βάζει τέλος στη ζωή του — αφήνοντας πίσω μία τελευταία σκηνή με τον Απόστολο που σφραγίζει όλη τη σειρά.
Η αλληλουχία των γεγονότων είναι αμείλικτη. Η Μελισσάνθη μαθαίνει από την Καίτη ότι η Μαργκερίτ δεν έκανε καν πρόβα νυφικού και ότι ο γάμος ακυρώθηκε. «Δεν ρώτησα γιατί. Το κορίτσι ήταν κουρέλι», της λέει. Η αντίδραση της Μελισσάνθης είναι σιωπηλή αλλά καθοριστική: «Η Θεώνη είχε δίκιο», μονολογεί.
Ο Άγγελος έρχεται γεμάτος ελπίδα. Έχει στα χέρια του τρία εισιτήρια για το Παρίσι και ένα όνειρο για τους τρεις τους — εκείνος, η Μελισσάνθη και ο Γεράσιμος. «Μου έκανες το καλύτερο δώρο. Ένα παιδί δικό σου και δικό μου. Θέλω να κερδίσω τον χαμένο χρόνο», της λέει. Η απάντησή της τον γκρεμίζει: «Αλήθεια, πιστεύεις ότι θα άφηνα ποτέ τον Απόστολο; Ότι θα του στερούσα το παιδί του; Ο Γεράσιμος ξέρει τον Απόστολο για πατέρα του κι αυτό δεν πρόκειται ν’ αλλάξει».
Η συζήτηση γίνεται απόλυτη. «Εμείς δεν θα είμαστε ποτέ μαζί. ΠΟΤΕ!», του φωνάζει η Μελισσάνθη και τον διώχνει. Ο Άγγελος, σε κατάσταση πανικού, τρέχει στη Μαργκερίτ και της λέει ότι ο γάμος θα γίνει — μια ψευδαίσθηση που δεν θα κρατήσει ούτε λίγες ώρες.

Η τελευταία ομολογία στον Απόστολο
Σχεδόν μεθυσμένος, ο Άγγελος μπαίνει στο γραφείο του Απόστολου για να παίξει το τελευταίο του χαρτί. «Είμαι ερωτευμένος με άλλη γυναίκα και έχω μαζί της ένα παιδί. Αυτή η γυναίκα είναι η Μελισσάνθη», του ομολογεί ευθέως. Ο Απόστολος δεν κλονίζεται. Με ψυχραιμία προσποιείται ότι δεν άκουσε τίποτα και του προσφέρει ένα ζευγάρι χρυσά μανικετόκουμπα με χαραγμένα τα αρχικά Α και Μ — δώρο γάμου για τον γάμο που δεν θα γίνει ποτέ.
Ο Άγγελος φεύγει τρέχοντας. Γυρίζει σπίτι, πίνει, κλαίει πάνω από τη φωτογραφία της Μελισσάνθης. Στη συνέχεια ντύνεται γαμπρός, μπαίνει στο αμάξι και χάνεται στη νύχτα. Λίγες ώρες αργότερα, ένας δυνατός θόρυβος ξυπνά τη Μελισσάνθη και τον Απόστολο. «Ο κύριος Άγγελος είναι. Το αμάξι του πήρε φωτιά! Βοήθεια!», φωνάζει η Γιασεμή. Στο νοσοκομείο, ο γιατρός θα ανακοινώσει το αναπόφευκτο: «Δυστυχώς, ο Άγγελος δεν τα κατάφερε».
Η σκηνή που γράφει το φινάλε
Η Μελισσάνθη τρέχει στη θάλασσα και ουρλιάζει. Δίπλα της φτάνει ο Απόστολος. «Έχουμε ένα παιδί. Ό,τι και να νιώθεις για τον Άγγελο, δεν έχεις κανένα δικαίωμα να του στερήσεις τη μητέρα του», της λέει. Η Μελισσάνθη, έτοιμη να εξομολογηθεί τα πάντα, ρωτά: «Δεν θα με ρωτήσεις γιατί είμαι έτσι για τον Άγγελο;». Η απάντηση του Απόστολου είναι η πιο σπαρακτική ατάκα της σειράς: «Δεν έχω κανέναν λόγο να σε ρωτήσω». Εκείνη πέφτει στην αγκαλιά του και ζητά να δει τον Άγγελο για τελευταία φορά.
Ο Απόστολος επιλέγει να μην ξέρει — ή, ακριβέστερα, επιλέγει να μην επιβεβαιώσει αυτό που πάντα ήξερε. Είναι η πιο ώριμη, πιο πληγωμένη και πιο γενναιόδωρη απόφαση που μπορούσε να πάρει ένας άντρας σε ηθογραφία εποχής. Δεν είναι παθιασμένος έρωτας — είναι κάτι πιο σπάνιο στην ελληνική σειριακή μυθοπλασία: είναι αληθινή αγάπη που αντέχει να βλέπει τα ψέματα και να μην τα κρίνει. Αυτό το ζευγάρι τελειώνει τη σειρά όχι ως νικητές αλλά ως επιζώντες, και ίσως αυτό να είναι το πιο πιστό στην εποχή που περιγράφει η σειρά.


















