Η εικόνα του πράου και πνευματικού ιερέα αποτελεί πλέον μακρινό παρελθόν στα επόμενα επεισόδια της σειράς του Alpha, «Άγιος Έρωτας». Η μεταμόρφωση του Νικόλαου αναμένεται να σοκάρει τους τηλεθεατές, καθώς το σκοτάδι τον κερδίζει ολοκληρωτικά και η συμπεριφορά του ξεπερνά κάθε φαντασία.
Η απώλεια του πατέρα του, Λεωνίδα, λειτούργησε ως η μοιραία θρυαλλίδα που πυροδότησε την απόλυτη καταστροφή. Μετά την οριστική του ρήξη με την Εκκλησία και την καθαίρεσή του, ο Νικόλαος νιώθει πως δεν έχει απολύτως τίποτα να χάσει. Κυριευμένος από ένα ασίγαστο μίσος για τον ορκισμένο εχθρό του, τον Παύλο Μαρκόπουλο, αρχίζει να λειτουργεί πλέον με τα ένστικτα ενός “αρπακτικού” που ζητάει αίμα.
Η μόνη του παρηγοριά σε αυτό το εσωτερικό χάος παραμένει η Χλόη και τα παιδιά, όμως, ακόμα και αυτή η τρυφερότητα αποδεικνύεται ελάχιστη για να σβήσει τη φωτιά της εκδίκησης που καίει μέσα του. Η οδύνη τον οδηγεί μαθηματικά στον γκρεμό, με το βλέμμα του να σκοτεινιάζει επικίνδυνα κάθε φορά που μένει μόνος με τις σκέψεις του.
Άγιος Έρωτας: Το φονικό όπλο, ο Νικηφόρος και η παγίδα του Παύλου
Η ένταση χτυπάει “κόκκινο” τη στιγμή που τα όρια της λογικής καταπατούνται. Ο Νικηφόρος εντοπίζει τον Νικόλαο να κρατά στα χέρια του ένα φονικό όπλο —το ίδιο όπλο που συνδέεται άμεσα με τον τραγικό θάνατο του πατέρα του. Η σκηνή που ακολουθεί είναι ανατριχιαστική: ο Νικηφόρος, εκπροσωπώντας τη φωνή της λογικής, τον εκλιπαρεί να αφήσει κάτω το όπλο, λέγοντάς του χαρακτηριστικά:
«Μη γίνεσαι σαν κι αυτόν, μην καταστρέφεις τη ζωή σου», προτρέποντάς τον να αφήσει τη δικαιοσύνη να αναλάβει. Ο Νικόλαος, όμως, τυφλωμένος από τη δίψα για εκδίκηση, μοιάζει έτοιμος να πατήσει τη σκανδάλη, αδιαφορώντας πλήρως για τις νομικές και ηθικές συνέπειες.
Σαν να μην έφτανε η ηθική του κατάρρευση και η κοινωνική κατακραυγή που αντιμετωπίζει από την τοπική κοινωνία λόγω της καθαίρεσής του, έρχεται και η χαριστική βολή. Ο Παύλος Μαρκόπουλος, αντιλαμβανόμενος πως ο πρώην ιερέας βρίσκεται με την πλάτη στον τοίχο, αποφασίζει να δώσει το τελειωτικό χτύπημα. Σπεύδει στη χωροφυλακή και τον κατηγορεί, στήνοντάς του μια αριστοτεχνική παγίδα που μοιάζει ανυπέρβλητη.
Χωρίς ράσα, χωρίς την ταυτότητα του πνευματικού οδηγού και νιώθοντας ξένος στον ίδιο του τον τόπο, ο Νικόλαος μετατρέπεται σε έναν άνθρωπο που δεν φοβάται πλέον ούτε τον Θεό ούτε τον νόμο.

